τική

τική
τική эмиссионный банк;

εμπορική τική — коммерческий банк;

τική υποθηκών — ипотечный банк;

2) стол;

χειρουργική τική — операционный стол;

§ αγία τική ( — святой) алтарь;

τική οδόντων — жевательная поверхность зубов


Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Поможем решить контрольную работу

Смотреть что такое "τική" в других словарях:

  • καταπιστευματικός — και καταπιστευτικός, ή, ό 1. αυτός που αναφέρεται στο καταπίστευμα 2. φρ. α) «καταπιστευ(μα)τική δικαιοπραξία» η δικαιοπραξία με την οποία συνειδητά και σκόπιμα μεταβιβάζεται στον έναν από τους συναλλασσόμενους μεγαλύτερη νομική εξουσία από… …   Dictionary of Greek

  • κοιλιτική — κοιλιτική, ἡ (Α) [κοιλία] (Α) (ενν. νόσος) ασθένεια τής κοιλιάς, κοιλόπονος. [ΕΤΥΜΟΛ. κοιλι τική (ενν. νόσος) < κοιλία + κατάλ. τική, θηλ. τού τικός ή ίσως μέσω ενός αμάρτυρου *κοιλ ίτης] …   Dictionary of Greek

  • καταπίστευση — η 1. γεν. το να εμπιστεύεται κάποιος κάτι σε άλλον 2. (αστ. δίκ.) η καταπιστευ(μα)τική δικαιοπραξία, βλ. καταπιστευματικός, ή, ό. [ΕΤΥΜΟΛ. < καταπιστεύω. Η λ., στον λόγιο τύπο καταπίστευσις, μαρτυρείται από το 1840 στο Νομοτεχνικόν… …   Dictionary of Greek

  • θηρατικῇ — θηρᾱτικῇ , θηρατικός given by the hunter fem dat sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • θηρατική — θηρᾱτική , θηρατικός given by the hunter fem nom/voc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κωλυτική — κωλῡτική , κωλυτικός preventive fem nom/voc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • παρασιτική — παρασῑτική , παρασιτικός of a fem nom/voc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πειρατικῇ — πειρᾱτικῇ , πειρατικός fit for piracy fem dat sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πειρατική — πειρᾱτική , πειρατικός fit for piracy fem nom/voc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πολιτικῆι — πολῑτικῇ , πολιτικός of fem dat sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πολιτικῇ — πολῑτικῇ , πολιτικός of fem dat sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»